Powered By Blogger

2014/04/21

στο παρά πέντε και στο και ένα

Κερί σβηστό. Λίγα βήματα. Μέχρι εκεί που αδιάφορα σε προσπερνούν αναμονές, βλέμματα, ευχές, φιλιά, αγκαλιές, αγάπη. Για άλλους προσποιητά, για άλλους αληθινά. Μια στιγμιαία παρατήρηση του κόσμου γύρω σου. Φεύγει το βλέμμα. Χέρια στις τσέπες. Κάνει κρύο. Μέσα-έξω. 
Πήγαινε-έλα λίγων μόνο λεπτών. Φορές μοιάζει αυτό να είναι ήδη πολύ. 
Πήγαινε-έλα λίγων μόνο λεπτών. Στο παρά πέντε και στο και ένα. Κάθε φορά.
Ίσα που ακούς ένα ''Χριστός Ανέστη''. Ίσα που ανάβεις το κερί σου. Ίσα που μοιράζεις ευχές. Προσποιητές και μη. Ίσα που νιώθεις πως κάπου αλλού ήθελες να ήσουν, με κάποιους άλλους να μοιραζόσουν αυτό το βράδυ. 
Σαν να μοιάζει μηχανικό όλο αυτό. Κάθε χρόνο. Κάθε τέτοιο βράδυ. Σαν να οφείλεις να είσαι εκεί. Θες δεν θες. Πρέπει δεν πρέπει. Σαν να σε εξαναγκάζουν να πιστέψεις σε κάτι. Στην όποια ανάσταση. Και στην όποια ανάταση. Ό,τι ή όποιος κι αν είναι εκεί ψηλά, το κουβαλάς μέσα σου. Κι αν το πιστεύεις, αυτό είναι από μόνο του αρκετό. 
Στην αναμονή. Μέχρι το και ένα, μάτια κλειστά. Με τα χέρια στις τσέπες. Κάνει κρύο. Πιο πολύ όταν στέκεσαι έτσι απλά. Ανάσες ανθισμένης λεμονιάς. Αναλογίζεσαι τα αστέρια που μόλις είδες να φωτίζουν έναν σκοτεινό ουρανό. Και ξαφνικά ανοίγεις τα μάτια να δεις αν μέτρησες σωστά. Λες και θα καταφέρεις ποτέ να σου βγει το μέτρημα. Μυρωδιές των κεριών που έσβησαν. Μικροπράγματα απλά συνθέτουν το σκηνικό.
Μια σκιά μόνη λίγο πιο κει. Διατηρώντας μια τέτοια απόσταση που θα της επιτρέψει να κρυφτεί. Την στιγμή που θα το θελήσει. Σαν το σώμα να μην είναι κομμάτι της σκιάς. Σαν η σκιά να μην ακολουθεί το σώμα. Σαν όλα τα δάχτυλα του κόσμου να δείχνουν την σκιά. Να την κοιτούν επίμονα. Εξεταστικά. Σαν να θέλει να βγει από το σώμα και να τρέξει. Μακριά και με φόρα. Με όσες δυνάμεις έχει μέσα της. Δεν ήταν που το γιατί και το πώς πρέπει να έχει μια λογική εξήγηση. Και τι θα πει πρέπει; Δεν ήταν η απόσταση που θα έπρεπε να διανυθεί για εκεί που αισθάνεσαι περισσότερο ο εαυτός σου. Δεν ήταν που ήξερες σε τι θα επιστρέψεις. Ήταν που το μέσα ήταν μουδιασμένο. Από όλα αυτά και για όλα αυτά.
Το και ένα πλησιάζει. Ένα κερί ανάβει. Για να το ακουμπήσεις εκεί με τα άλλα. Που όλα μαζί θα μπορούσαν να φωτίσουν ένα ολόκληρο δωμάτιο. Κερί αναμμένο. Και το ακουμπάς εκεί, δίπλα στα άλλα. Έτσι απλά. Κι έτσι δειλά. Με συνοδεία ένα πικρό χαμόγελο. Σαν να ακουμπάς την σκέψη σου. Και ένα νοιάζομαι. Ένα κερί ανάβει. Για όλες τις ψυχές που ταξίδεψαν. Που πια δεν είναι εδώ. Μα πάντα είναι εδώ. Αν σε κάτι αξίζει τον κόπο να πιστέψεις, είναι σε αυτό. Στις ψυχές των ανθρώπων. 
Και ένα. Θόρυβος. Βαρελότα. Κροτίδες. Πώς τα λένε τέλος πάντων. Μοιάζει να διακόπτουν τα συναισθήματα. Κι όλα τα δάχτυλα του κόσμου τώρα δεν δείχνουν την σκιά. Όλα ξαφνικά πιο ελεύθερα. Στο μπαμ-μπουμ το βλέμμα ψηλά. Για να δεις την χρωματιστή έκρηξη. Και να κλείσεις ξανά τα μάτια για να προσθέσεις κι άλλα χρώματα. Κι άλλα σχέδια. Για να φωτίσεις όσα είναι σκοτεινά. Μέσα-έξω.
Κερί αναμμένο. Και κάνει κρύο. Λίγα βήματα. Μέχρι εκεί που τα βλέμματα, όσο περνάνε τα χρόνια, αλλάζουν. Και σαν να αδειάζουν. Κι όσο αδειάζουν, τόσο απαιτούν από σένα να είσαι αυτό που θα ήθελαν να είσαι. Σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα πάντα. Χαμογελάς. Επειδή αυτό περιμένουν από σένα. 
Στέκεσαι απέναντι. Σε μια ανάσταση. Στην όποια ανάσταση. Μιας σκέψης, ενός χαμόγελου, ενός βλέμματος. Μιας ψυχής. Της όποιας. 

Μια τελευταία ματιά. Στον ουρανό. Στα αστέρια. Στο φως του κεριού. Κι ένας αναστεναγμός. Γιατί έμαθες πια. Στο φως. Στο σκοτάδι. Στις αποστάσεις που διανύονται κουρνιάζουν οι φόβοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: