800 μέτρα. Κι άλλα 800. Τόσα κι άλλα τόσα. Κάθε μέρα. 5 μέρες την εβδομάδα.
800 μέτρα. Κι άλλα τόσα. Σαν να τρέχεις να προλάβεις την στιγμή. Κάποιου άλλου κι όχι την δική σου. Και παρόλα αυτά τρέχεις. Να προλάβεις.
Πώς; Τι; Ποιον; Γιατί;
Και τρέχεις. Ξαφνικά όχι και τόσο. Επιβραδύνεις. Περπατάς. Κάθε μέρα. 5 φορές την εβδομάδα.
Περπάτημα μηχανικό. Ζωή μηχανική. Κάθε μέρα. 5 φορές την εβδομάδα.
Υπάρχεις τις καθημερινές και ζεις τα Σαββατοκύριακα. Ας και για να.
Θυμός. Πίεση. Εσωτερική. Του μυαλού, της ψυχής. Και επιθυμία. Για φυγή.
Για το σήμερα. Για τις σκέψεις. Για τα συναισθήματα. Για το αύριο. Και για το πριν.
Από το σήμερα. Από τις σκέψεις. Από τα συναισθήματα. Από το αύριο. Και από το πριν.
Ένα ενστικτώδες εσωτερικό πέρα-δώθε. Και μια κουτουλιά σε έναν αόρατο τοίχο. Μόνιμα.
Θυμός. Πίεση. Εσωτερική. Του μυαλού. Της ψυχής. Και επιθυμία. Για το αλλιώς. Για το διαφορετικό.
Θυμός. Όχι προς άλλους. Προς τον εαυτό. Πάντα προς αυτόν.
Για τον φόβο, για την δειλία, για τα όρια που επιτράπηκαν στους άλλους να θέσουν.
Εαυτός. Ψυχή. Μυαλό. Όριο κανένα. Αυτό είναι ο άνθρωπος.
Θυμός. Λιγότερο προς τους άλλους. Κι ας ορίζουν μέρες. Κι ας ορίζουν νύχτες. Κι ας ορίζουν στιγμές. Γιατί θρονιάστηκαν σε αυτόν τον ρόλο και πολύ τους αρέσει τελικά.
Γιατί ορίζουν ποιότητα και ποσότητα ζωής. Γιατί καθορίζουν συνήθειες και σκέψεις.
Γιατί εξουσιάζουν τον χρόνο. Τον σου. Τον μου. Όλων. Που δεν είναι καν δικός σου. Μου. Όλων. Χαρισμένος πάντα σε αυτά και αυτούς που αγαπώ. Αγαπάς.
Θυμώνω. Με μένα. Πάντα με μένα.
800 μέτρα. Αναμονή. Άλλα 800 μέτρα. Είσοδος.
Πάνω-κάτω. Και αντίστροφα. Πέρα-δώθε. Και αντίστροφα. Ξεχειλίζει το κουτάκι.
Επιβάλλεται ηρεμία. Και μερικές ανάσες.
Πάμε πάλι. Κάθε μέρα.
Στα πρώτα 800 μέτρα. Ρόδες. Λαμαρίνα τριγύρω. Καθίσματα αρκετά. Επιβίβαση. Προορισμός τα επόμενα 800 μέτρα.
Θέμα τύχης. Συνήθως. Μόνη μου. Στο κάθισμα. Ακουστικά και μουσικά ταξίδια. Από αυτά που τόσο αγαπώ. Τα περίεργα, τα σκοτεινά. Λίγοι αυτοί που με συνοδεύουν σ'αυτά. Άλλη κουβέντα για μια άλλη φορά.
Ή εναλλακτικά σελίδες. Με συναισθήματα, με σκέψεις, με συμπεράσματα, με ιστορίες. Όχι δικές μου. Αλλά μερικές φορές γίνονται. Κάποιες τυπώνονται στο κεφάλι. Άλλες όχι. Αδιάφορες.
Άλλες φορές στριμωξίδι. Βαριές ανάσες. Βλέμματα αδιάκριτα. Φωνές. Μουρμουρίσματα. Ήχοι τηλεφώνων. Η μουσική απ'τα ακουστικά των άλλων. Τίποτα δεν μου ταιριάζει.
Κυλάει η ώρα. Κυλάνε τα χιλιόμετρα. Φτάσαμε.
Στο μεταξύ, παιχνίδι παρατήρησης. Των άλλων. Και πιο πολύ του εαυτού σε σχέση με τους άλλους. Εκεί στη λαμαρίνα. Στο στριμωξίδι. Σαν να λιγοστεύει ξαφνικά ο αέρας. Ασφυκτικά.
Θα φταίει εκείνο το αόρατο χέρι που σκεπάζει το πρόσωπο και εμποδίζει τις ανάσες.
Και φορές, το παιχνίδι της παρατήρησης συνεχίζεται. Μια μάχη να διακρίνεις στα πρόσωπα. Τις έγνοιες, τα προβλήματα, τα άγχη, τις επιθυμίες, τις σκέψεις, τα συναισθήματα.
Άραγε να κουβαλάνε μέσα τους, αυτούς που αγαπούν;
Άραγε να κουβαλάνε κι εκείνοι κάθε μέρα μαζί τους τα αδιέξοδα; Την επιθυμία για φυγή;
Τα όνειρα για το αλλιώς; Το κάπως διαφορετικό; Και τελικά αυτό το διαφορετικό, πόσο διαφορετικό είναι;
Προσπαθώ να διακρίνω. Μπα. Δεν. Κρυφτό πίσω από ανέκφραστα πρόσωπα. Μα κοίτα τους.
Να σκέφτονται όπως εγώ; Να ασφυκτιούν όπως εγώ; Να πονάνε όπως εγώ; Να αισθάνονται τα πάντα ως τα κόκκαλά τους όπως εγώ; Να αγαπάνε όπως εγώ; Να αγαπιούνται όπως εγώ;
Όλες οι ιστορίες κι όλες οι πιθανότητες παίζουν κρυφτό. Μεταξύ τους και με μένα. Και με τους άλλους. Μα πιο πολύ με μένα.
Μπλινγκ-μπλινγκ. Κάθε τόσο ο ίδιος ήχος. Διακόπτει σκέψεις. Σε κάθε αποβίβαση. Σε ένα φευγιό. Για κάθε βαριά ανάσα. Για κάθε αδιάκριτο βλέμμα. Για κάθε φωνή. Για κάθε μουρμούρισμα. Και για μια συνέχεια της ιστορίας κάπου αλλού. Και κάπως αλλιώς.
Που πιθανόν μια άλλη εγώ να παρατηρήσει, να παλέψει να μαντέψει τι υπάρχει πίσω από μια άγνωστη παρουσία που στέκεται δίπλα σου στο λεωφορείο.
Το βλέμμα φεύγει από αυτό το τσούρμο αγνώστους που προσπάθησα να δω αν μου μοιάζουν.
Βλέμμα μέσα από το παράθυρο. Αλλά μοιάζει σαν να μη κοιτάζω πραγματικά. Όχι τον δρόμο. Όχι τις γειτονιές. Όχι τα σπίτια. Όχι τις βιτρίνες.
Σαν το τζάμι να μην είναι διάφανο. Σαν να αντικατοπτρίζονται εκεί όσα κάνουν βόλτες στο κεφάλι. Όλα εκεί. Σ'ένα κομμάτι παγωμένο τζάμι.
Σαν να έχω την ψευδαίσθηση ότι δεν θα αφήσω το κάθισμά μου σε 25 λεπτά ακριβώς. Σαν το τικ-τακ του ρολογιού να παγώνει. Σαν ο χρόνος να μένει εκεί. Στη στιγμή αυτή. Σαν ο οδηγός θα συνεχίσει την διαδρομή για να με πάει ένα ταξίδι. Μακριά. Στον επιθυμητό προορισμό.
Τόσους μήνες μετά, η ίδια ψευδαίσθηση. Κάθε μέρα. Σχεδόν κάθε μέρα.
Μετά προσγείωση. Στη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι η ψευδαίσθηση είναι μόνο μια ψευδαίσθηση. Τίποτα παραπάνω.
Κατηφόρα. Κάτω από την γέφυρα. Τελειώνει το ταξίδι. Σε λίγο αποβίβαση. Ώρα για το δικό μου μπλινγκ-μπλινγκ. Που θα στριμωχτώ και θα με πατήσουν και θα με σπρώξουν και θα με βρίζουν από μέσα τους που τους ξεβολεύω.
Μέχρι οι πόρτες να ανοίξουν και να νιώσω ότι αναπνέω ξανά.
Μακριά από τις βαριές ανάσες και τα αδιάκριτα βλέμματα.
Τόσο καυσαέριο κι εγώ νιώθω να αναπνέω.
800 μέτρα. Κι άλλα 800.
800 μέτρα σκέψεις. 800 μέτρα όνειρα. 800 μέτρα επιθυμίες. 800 μέτρα αδιέξοδα. 800 μέτρα θυμός.
800. Κι άλλα 800.
Μέχρι να αναγκαστώ να τα κρύψω όλα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Να τα ξεχάσω. Μα δεν ξεχνιούνται. Απλά παγώνουν για λίγο. Έχουν γίνει κομμάτι από το δέρμα μου. Έχουν γίνει μέρος της ανάσας μου. Υπάρχουν μαζί μου. Είναι εγώ.
Δεν έχω άλλη επιλογή. Τα παραμερίζω. Στην άκρη. Εκεί. Μαζί με την υπόλοιπη στοίβα όνειρα. Με την υπόλοιπη στοίβα αδιέξοδα. Με την υπόλοιπη στοίβα επιθυμίες. Με την υπόλοιπη στοίβα σκέψεις.
Για να τα ξανασυναντήσω ώρες μετά. Που ο χρόνος μου θα μου ανήκει ξανά. Μα δεν τον αισθάνομαι έτσι. Δικό μου. Σαν να μου τον έχουν δανείσει μοιάζει. Με τόκο υψηλό. Που τον πληρώνω. Κάθε μέρα. Κάθε ώρα. Κάθε στιγμή. Ακριβά. Πολύ ακριβά.
Διαδρομές. Καθημερινές. Συνεχόμενες. Που μοιάζουν τόσο μα τόσο βαρετές. Και τόσο μα τόσο ανούσιες.
Μη με παρεξηγείς. Δεν βαριέμαι γενικά. Τις αγαπώ τις διαδρομές. Απλά όχι τις συγκεκριμένες. Ευχαρίστως θα ταξίδευα όλη μου την ζωή. Να συναντώ εικόνες. Από εκείνες που έχουν το προσόν να κλείνονται σε στιγμές. Να ανακαλύπτω μυρωδιές. Από εκείνες που κλείνονται σε στιγμές. Μυρωδιές. Θάλασσας κυρίως. Και να τις ρουφάω σαν να είναι η πρώτη φορά που τις μυρίζω. Κάθε φορά.
Διαδρομές. Πέρα-δώθε. Λίγο πιο πέρα ή λίγο πιο δώθε;
Κι αν απαντήσω τι; Μήπως δεν θα ξανακάνω τα ίδια βήματα;
Μήπως δεν θα ξανακάνω τις ίδιες μηχανικές κινήσεις;
Ξημερώνει Δευτέρα. Και η διαδρομή η ίδια πλησιάζει. Σαν να μου κλείνει το μάτι ειρωνικά μοιάζει. Η Δευτέρα ή η διαδρομή, δεν μπορώ να διακρίνω. Κι εδώ που τα λέμε, δεν έχει και σημασία τελικά.
Διαδρομές. Και 800 μέτρα. Τόσα κι άλλα τόσα. Κάθε μέρα. 5 μέρες την εβδομάδα.
Πάμε πάλι.
800 μέτρα. Κι άλλα τόσα. Σαν να τρέχεις να προλάβεις την στιγμή. Κάποιου άλλου κι όχι την δική σου. Και παρόλα αυτά τρέχεις. Να προλάβεις.
Πώς; Τι; Ποιον; Γιατί;
Και τρέχεις. Ξαφνικά όχι και τόσο. Επιβραδύνεις. Περπατάς. Κάθε μέρα. 5 φορές την εβδομάδα.
Περπάτημα μηχανικό. Ζωή μηχανική. Κάθε μέρα. 5 φορές την εβδομάδα.
Υπάρχεις τις καθημερινές και ζεις τα Σαββατοκύριακα. Ας και για να.
Θυμός. Πίεση. Εσωτερική. Του μυαλού, της ψυχής. Και επιθυμία. Για φυγή.
Για το σήμερα. Για τις σκέψεις. Για τα συναισθήματα. Για το αύριο. Και για το πριν.
Από το σήμερα. Από τις σκέψεις. Από τα συναισθήματα. Από το αύριο. Και από το πριν.
Ένα ενστικτώδες εσωτερικό πέρα-δώθε. Και μια κουτουλιά σε έναν αόρατο τοίχο. Μόνιμα.
Θυμός. Πίεση. Εσωτερική. Του μυαλού. Της ψυχής. Και επιθυμία. Για το αλλιώς. Για το διαφορετικό.
Θυμός. Όχι προς άλλους. Προς τον εαυτό. Πάντα προς αυτόν.
Για τον φόβο, για την δειλία, για τα όρια που επιτράπηκαν στους άλλους να θέσουν.
Εαυτός. Ψυχή. Μυαλό. Όριο κανένα. Αυτό είναι ο άνθρωπος.
Θυμός. Λιγότερο προς τους άλλους. Κι ας ορίζουν μέρες. Κι ας ορίζουν νύχτες. Κι ας ορίζουν στιγμές. Γιατί θρονιάστηκαν σε αυτόν τον ρόλο και πολύ τους αρέσει τελικά.
Γιατί ορίζουν ποιότητα και ποσότητα ζωής. Γιατί καθορίζουν συνήθειες και σκέψεις.
Γιατί εξουσιάζουν τον χρόνο. Τον σου. Τον μου. Όλων. Που δεν είναι καν δικός σου. Μου. Όλων. Χαρισμένος πάντα σε αυτά και αυτούς που αγαπώ. Αγαπάς.
Θυμώνω. Με μένα. Πάντα με μένα.
800 μέτρα. Αναμονή. Άλλα 800 μέτρα. Είσοδος.
Πάνω-κάτω. Και αντίστροφα. Πέρα-δώθε. Και αντίστροφα. Ξεχειλίζει το κουτάκι.
Επιβάλλεται ηρεμία. Και μερικές ανάσες.
Πάμε πάλι. Κάθε μέρα.
Στα πρώτα 800 μέτρα. Ρόδες. Λαμαρίνα τριγύρω. Καθίσματα αρκετά. Επιβίβαση. Προορισμός τα επόμενα 800 μέτρα.
Θέμα τύχης. Συνήθως. Μόνη μου. Στο κάθισμα. Ακουστικά και μουσικά ταξίδια. Από αυτά που τόσο αγαπώ. Τα περίεργα, τα σκοτεινά. Λίγοι αυτοί που με συνοδεύουν σ'αυτά. Άλλη κουβέντα για μια άλλη φορά.
Ή εναλλακτικά σελίδες. Με συναισθήματα, με σκέψεις, με συμπεράσματα, με ιστορίες. Όχι δικές μου. Αλλά μερικές φορές γίνονται. Κάποιες τυπώνονται στο κεφάλι. Άλλες όχι. Αδιάφορες.
Άλλες φορές στριμωξίδι. Βαριές ανάσες. Βλέμματα αδιάκριτα. Φωνές. Μουρμουρίσματα. Ήχοι τηλεφώνων. Η μουσική απ'τα ακουστικά των άλλων. Τίποτα δεν μου ταιριάζει.
Κυλάει η ώρα. Κυλάνε τα χιλιόμετρα. Φτάσαμε.
Θα φταίει εκείνο το αόρατο χέρι που σκεπάζει το πρόσωπο και εμποδίζει τις ανάσες.
Και φορές, το παιχνίδι της παρατήρησης συνεχίζεται. Μια μάχη να διακρίνεις στα πρόσωπα. Τις έγνοιες, τα προβλήματα, τα άγχη, τις επιθυμίες, τις σκέψεις, τα συναισθήματα.
Άραγε να κουβαλάνε μέσα τους, αυτούς που αγαπούν;
Άραγε να κουβαλάνε κι εκείνοι κάθε μέρα μαζί τους τα αδιέξοδα; Την επιθυμία για φυγή;
Τα όνειρα για το αλλιώς; Το κάπως διαφορετικό; Και τελικά αυτό το διαφορετικό, πόσο διαφορετικό είναι;
Προσπαθώ να διακρίνω. Μπα. Δεν. Κρυφτό πίσω από ανέκφραστα πρόσωπα. Μα κοίτα τους.
Να σκέφτονται όπως εγώ; Να ασφυκτιούν όπως εγώ; Να πονάνε όπως εγώ; Να αισθάνονται τα πάντα ως τα κόκκαλά τους όπως εγώ; Να αγαπάνε όπως εγώ; Να αγαπιούνται όπως εγώ;
Όλες οι ιστορίες κι όλες οι πιθανότητες παίζουν κρυφτό. Μεταξύ τους και με μένα. Και με τους άλλους. Μα πιο πολύ με μένα.
Μπλινγκ-μπλινγκ. Κάθε τόσο ο ίδιος ήχος. Διακόπτει σκέψεις. Σε κάθε αποβίβαση. Σε ένα φευγιό. Για κάθε βαριά ανάσα. Για κάθε αδιάκριτο βλέμμα. Για κάθε φωνή. Για κάθε μουρμούρισμα. Και για μια συνέχεια της ιστορίας κάπου αλλού. Και κάπως αλλιώς.
Που πιθανόν μια άλλη εγώ να παρατηρήσει, να παλέψει να μαντέψει τι υπάρχει πίσω από μια άγνωστη παρουσία που στέκεται δίπλα σου στο λεωφορείο.
Το βλέμμα φεύγει από αυτό το τσούρμο αγνώστους που προσπάθησα να δω αν μου μοιάζουν.
Βλέμμα μέσα από το παράθυρο. Αλλά μοιάζει σαν να μη κοιτάζω πραγματικά. Όχι τον δρόμο. Όχι τις γειτονιές. Όχι τα σπίτια. Όχι τις βιτρίνες.
Σαν το τζάμι να μην είναι διάφανο. Σαν να αντικατοπτρίζονται εκεί όσα κάνουν βόλτες στο κεφάλι. Όλα εκεί. Σ'ένα κομμάτι παγωμένο τζάμι.
Σαν να έχω την ψευδαίσθηση ότι δεν θα αφήσω το κάθισμά μου σε 25 λεπτά ακριβώς. Σαν το τικ-τακ του ρολογιού να παγώνει. Σαν ο χρόνος να μένει εκεί. Στη στιγμή αυτή. Σαν ο οδηγός θα συνεχίσει την διαδρομή για να με πάει ένα ταξίδι. Μακριά. Στον επιθυμητό προορισμό.
Τόσους μήνες μετά, η ίδια ψευδαίσθηση. Κάθε μέρα. Σχεδόν κάθε μέρα.
Μετά προσγείωση. Στη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι η ψευδαίσθηση είναι μόνο μια ψευδαίσθηση. Τίποτα παραπάνω.
Κατηφόρα. Κάτω από την γέφυρα. Τελειώνει το ταξίδι. Σε λίγο αποβίβαση. Ώρα για το δικό μου μπλινγκ-μπλινγκ. Που θα στριμωχτώ και θα με πατήσουν και θα με σπρώξουν και θα με βρίζουν από μέσα τους που τους ξεβολεύω.
Μέχρι οι πόρτες να ανοίξουν και να νιώσω ότι αναπνέω ξανά.
Μακριά από τις βαριές ανάσες και τα αδιάκριτα βλέμματα.
Τόσο καυσαέριο κι εγώ νιώθω να αναπνέω.
800 μέτρα. Κι άλλα 800.
800 μέτρα σκέψεις. 800 μέτρα όνειρα. 800 μέτρα επιθυμίες. 800 μέτρα αδιέξοδα. 800 μέτρα θυμός.
800. Κι άλλα 800.
Μέχρι να αναγκαστώ να τα κρύψω όλα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Να τα ξεχάσω. Μα δεν ξεχνιούνται. Απλά παγώνουν για λίγο. Έχουν γίνει κομμάτι από το δέρμα μου. Έχουν γίνει μέρος της ανάσας μου. Υπάρχουν μαζί μου. Είναι εγώ.
Δεν έχω άλλη επιλογή. Τα παραμερίζω. Στην άκρη. Εκεί. Μαζί με την υπόλοιπη στοίβα όνειρα. Με την υπόλοιπη στοίβα αδιέξοδα. Με την υπόλοιπη στοίβα επιθυμίες. Με την υπόλοιπη στοίβα σκέψεις.
Για να τα ξανασυναντήσω ώρες μετά. Που ο χρόνος μου θα μου ανήκει ξανά. Μα δεν τον αισθάνομαι έτσι. Δικό μου. Σαν να μου τον έχουν δανείσει μοιάζει. Με τόκο υψηλό. Που τον πληρώνω. Κάθε μέρα. Κάθε ώρα. Κάθε στιγμή. Ακριβά. Πολύ ακριβά.
Διαδρομές. Καθημερινές. Συνεχόμενες. Που μοιάζουν τόσο μα τόσο βαρετές. Και τόσο μα τόσο ανούσιες.
Μη με παρεξηγείς. Δεν βαριέμαι γενικά. Τις αγαπώ τις διαδρομές. Απλά όχι τις συγκεκριμένες. Ευχαρίστως θα ταξίδευα όλη μου την ζωή. Να συναντώ εικόνες. Από εκείνες που έχουν το προσόν να κλείνονται σε στιγμές. Να ανακαλύπτω μυρωδιές. Από εκείνες που κλείνονται σε στιγμές. Μυρωδιές. Θάλασσας κυρίως. Και να τις ρουφάω σαν να είναι η πρώτη φορά που τις μυρίζω. Κάθε φορά.
Διαδρομές. Πέρα-δώθε. Λίγο πιο πέρα ή λίγο πιο δώθε;
Κι αν απαντήσω τι; Μήπως δεν θα ξανακάνω τα ίδια βήματα;
Μήπως δεν θα ξανακάνω τις ίδιες μηχανικές κινήσεις;
Ξημερώνει Δευτέρα. Και η διαδρομή η ίδια πλησιάζει. Σαν να μου κλείνει το μάτι ειρωνικά μοιάζει. Η Δευτέρα ή η διαδρομή, δεν μπορώ να διακρίνω. Κι εδώ που τα λέμε, δεν έχει και σημασία τελικά.
Διαδρομές. Και 800 μέτρα. Τόσα κι άλλα τόσα. Κάθε μέρα. 5 μέρες την εβδομάδα.
Πάμε πάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου