2014/08/21
Αύγουστος
Άδεια πόλη. Πιο ήρεμη μοιάζει να είναι. Κυρίως πιο ανθρώπινη. Και κάπως
πιο γραφική. Στιγμές σαν να νιώθεις πως σε γυρνάει χρόνια πίσω. Τότε που ήταν πιο
όμορφη. Υπήρξα τυχερή που την πρόλαβα έτσι. Κι αυτή η καλοκαιρινή της ηρεμία,
σου δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας. Ίσως και ευχαρίστησης. Που είσαι εδώ και
την περπατάς. Όπως τότε.
Κάνει ζέστη σήμερα. Πολλή. Μα το σπίτι δεν με κρατά. Μετρό θα πάρω, λίγες
στάσεις και είμαι εκεί. Στο κέντρο που αγάπησα. Τελευταίως περισσότερο. Πολύ κοντά
του μεγάλωσα άλλωστε.
Κάπως πιο διαφορετικό μοιάζει. Τώρα που είναι πιο άδειο από όσο συνήθως. Που
οι ρυθμοί έχουν πέσει. Που οι άνθρωποι φαίνονται πιο ήρεμοι. Και πιο
χαρούμενοι. Στο κάνει το καλοκαίρι αυτό. Ενίοτε.
Και σαν ο θόρυβος να αλλάζει. Δεν είναι πια οι φωνές και τα βρισίδια των
μποτιλιαρισμένων οδηγών. Δεν είναι τα οργισμένα συνθήματα όσων έχουν αδικηθεί
που περπατάνε μπουλούκι στις πορείες. Δεν είναι τα κορναρίσματα και το τρέξιμο
και το μαρσάρισμα των λεωφορείων και το άγχος και τα παγωμένα, ανέκφραστα
πρόσωπα.
Τώρα είναι οι συζητήσεις από χαρούμενες παρέες. Να μιλάνε για τα μέρη που
είδαν. Ή θα δουν. Για την μέρα που θα περάσουν στη θάλασσα. Για τον καφέ που θα
πιουν. Είναι τα αγόρια με τις βερμούδες. Είναι τα κορίτσια με τα σανδάλια. Είναι
τα κλειστά πανεπιστήμια. Και τα ακόμα περισσότερα κλειστά μαγαζιά. Λόγω διακοπών
και μη. Είναι η πόλη πιο όμορφη. Πάντα ήταν. Είναι οι τουρίστες που
ανακαλύπτουν εντυπωσιασμένοι τις όμορφες γωνιές της.
Σαν τουρίστας κι εγώ. Στην πόλη μου. Να (ξανα)ανακαλύπτω τις ομορφιές της.
Τα απίστευτα, επιβλητικά κτίρια που σιωπηλά στέκονται εκεί. Που όλη την χρονιά
τόσο εύκολα προσπερνούσα. Που ξαφνικά συνειδητοποιώ πως ποτέ δεν μπήκα στον
κόπο να ψάξω την ιστορία τους. Τόσο σεμνά και περήφανα την κουβαλάνε. Τις ιστορικές
γωνιές στις οποίες ποτέ δεν στάθηκα να ρίξω ένα βλέμμα. Κι όμως το να
ανακαλύπτεις ξανά, κρύβει μέσα του μια κάποια παιδικότητα. Από χρόνια χαμένη.
Άδεια πόλη. Κάνει ζέστη. Και τα πόδια βαραίνουν. Δεν προχωράνε άλλο. Με οδηγούν
αργά σε μια από τις γνωστές ταράτσες. Αυτές που ανακάλυψα πρόσφατα. Και που
δημιούργησα τόσες αναμνήσεις εκεί. Ένα αυθόρμητο γλυκόπικρο χαμόγελο. Πού να’ναι
τώρα; Ο καφές στο τραπεζάκι μπρος μου κι όλη η Αθήνα να απλώνεται στα πόδια
μου. Και ένα μπλε πάνω από το κεφάλι μου. Όμορφα.
Μου λείπει και δεν μου λείπει. Που ξέμεινα εδώ. Μόνη. Συνήθισα ξανά. Που μικρές
ημερήσιες αποδράσεις δεν έγραψαν – και - το όνομά μου πάνω τους. Που εγκλωβίστηκα
ξανά. Που ξεχάστηκα έτσι απλά. Μα μυρίζει γιασεμί εδώ και όλα ξαφνικά γίνονται
καλύτερα. Καλοκαίρι είναι. Κι ας μη μοιάζει έτσι μέσα μου.
Σουρουπώνει. Η πιο αγαπημένη μου ώρα. Η στιγμή που οι μικρές φωτεινές
κουκίδες εμφανίζονται. Η στιγμή που η Αθήνα απλώνεται στα πόδια μου με
χιλιάδες μικροσκοπικά φωτάκια αναμμένα. Ο καφές γίνεται κρασί. Και συνεχίζει να
μυρίζει γιασεμί.
Έπειτα η γνωστή διαδρομή. Με τα πόδια. Στα πλακόστρωτα. Αλλιώτικη μου
φαίνεται τώρα. Μα και ίδια ταυτόχρονα. Ξαναστέκομαι στις όμορφες γωνιές. Θυμάμαι.
Αναπολώ. Χαμογελώ.
Άδεια πόλη. Και πιο ήρεμη. Πιο ανθρώπινη. Σήμερα σαν να ήταν όλη δική
μου. Κι ας μην ήταν. Το συνήθισα πια.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου