Δέκα
χρονών παιδί ήμουν. Κλεισμένο στο ροζ δωμάτιό του. Στην ασφάλεια που άλλοι του
πρόσφεραν. Όπως υποτίθεται ότι πρέπει να συμβαίνει σε αυτή την ηλικία.
Δέκα
χρονών παιδί ήμουν. Μέχρι που ήρθε εκείνο το χαστούκι που με εκσφενδόνισε στον
κόσμο των μεγάλων. Απότομα. Καθόλου έτοιμη δεν ήμουν γι’αυτό.
Απότομα.
Από το ροζ δωμάτιο σε λευκά δωμάτια. Σε λευκούς διαδρόμους όπου άνθρωποι
ξεκούραζαν τα βάσανά τους. Που γκρίνιαζαν, αγκομαχούσαν, καμιά φορά φώναζαν. Τους
κοιτούσα. Κι έπειτα εσένα. Σε τίποτα δεν σου έμοιαζαν.
Δύο
χρόνια. Πήγαινε-έλα. Στα λευκά δωμάτια. Που σε επισκεπτόμουν έτσι απλά σαν να
ήσουν μια ξένη. Για να σου φέρουμε όσα χρειαζόσουν. Απλά πράγματα, καθημερινά.
Κι ερχόμουν. Σε
έβλεπα, σου χαμογελούσα, ορμούσα να σ’αγκαλιάσω. Πολύ μου είχες λείψει. Και την
άνοιγες την
αγκαλιά σου να με κλείσεις μέσα. Σαν να ήξερες. Που μάλλον ήξερες. Την άνοιγες.
Κι ας πονούσαν τόσο τα χέρια σου από τις βελόνες που σου έχωναν με βιασύνη όλοι
εκείνοι οι
άνθρωποι με τις άσπρες ποδιές. Τους μισούσα. Πόσο τους μισούσα. Όσο τέλος
πάντων μπορεί να μισήσει ένα παιδί. Σαν να έφταιγαν εκείνοι που δεν σε είχα
κοντά μου. Σαν να το έκαναν επίτηδες που σε πονούσαν.
Κι
ερχόμουν. Να σε δω. Να με δεις. Να με ρωτήσεις πώς τα πηγαίνω στο σχολείο. Αν
είμαι καλό παιδί. Αν φροντίζω να μη στενοχωρώ τον μπαμπά. Αν μαζεύω το δωμάτιό
μου. Αν κατάφερα να
μάθω να δένω σφιχτά τα κορδόνια των παπουτσιών μου.
Και
μ’αγκάλιαζες. Και σε έσφιγγα. Τόσο πολύ που κοβόταν η ανάσα μας. Μα η ώρα
πέρναγε γρήγορα. Τόσο γρήγορα που έμοιαζε σαν μόλις λίγα δευτερόλεπτα. Αυτή η
σιχαμένη η ώρα. Τώρα που μεγάλωσα θα την έλεγα γαμημένη κι ας ξέρω πως σε
πειράζει όταν βρίζω. Και μ’έπαιρνε απ’το χέρι ο μπαμπάς για να φύγουμε. Η
παιδική μου αφέλεια μ’έκανε να νιώθω πως αν γύριζα την
πλάτη μου για να φτάσω στην πόρτα, σήμαινε ότι γυρίζω την πλάτη μου σε σένα. Κι
όταν έφτανα εκεί, έκανα μια απότομη στροφή να σε κοιτάξω. Για να σε δω να με
χαιρετάς κουνώντας
μου το χέρι. Για να δω το βλέμμα σου. Θεέ μου εκείνο το βλέμμα. Που χώραγε μέσα
του όλη την αγάπη του κόσμου. Και με κοιτούσες. Δεν ήθελα να φύγω. Κι ενώ όλα
ούρλιαζαν μέσα μου, δάκρυ δεν είδες πάνω μου. Θυμόμουν αυτό που μου έλεγαν
όλοι. ‘’Να μη την
στενοχωρείς τη μαμά’’. Τα φύλαξα όλα για μετά. Που θα γυρνούσα πίσω στο ροζ
δωμάτιο και θα μούσκευα το μαξιλάρι μου όταν κανείς δεν θα με έβλεπε. Από τότε
ήξερα να το κάνω αυτό καλά.
Δύο
χρόνια μετά. ‘’Μη το πούμε στο παιδί’’. Βράδυ ήταν όταν έτσι είπες του μπαμπά.
Μα το παιδί ήξερε. Πως τα πράγματα δεν ήταν απλά. Πως κάτι έτρεχε. Που δυστυχώς
δεν ήταν δυνατό να
το διορθώσω με μια συγνώμη. Ή με μια αγκαλιά. Ή μ’ένα χαμόγελό μου.
Κι
έτσι επέστρεψες. Σε ένα άλλο λευκό δωμάτιο. Και βάλαμε την τύχη σου στα χέρια
ενός άλλου ανθρώπου. Από εκείνους με τις άσπρες ποδιές.
Δεν
ήθελαν να με αφήσουν να έρθω. Λες κι υπήρχε τίποτα στον κόσμο που θα με
εμπόδιζε να
είμαι εκεί. Για λίγες στιγμές μόνο πρόλαβα να σε δω. Την ώρα που σου φορούσαν
εκείνο το
άσπρο σκουφάκι. Σε κοίταζα. Αστειεύτηκες πως μοιάζεις με παγωτατζή.
Χαμογελάσαμε.
Με
το ζόρι ξέμπλεξαν το χέρι μου απ’το δικό σου όταν σ’έπαιρναν. ‘’Θα σας δω μετά’’
είπες. ‘’Μη μ’αφήσεις, σ’αγαπάω’’ ήθελα να σου πω μα δεν έβγαινε η φωνή. Σαν να
το άκουσες. Με κοίταξες με εκείνο το βλέμμα πάλι. Θεέ μου εκείνο το βλέμμα. Που
χώρεσε ξανά μέσα του όλη την αγάπη του κόσμου.
‘’Θα
σας δω μετά’’. 12 ώρες μετά. Λίγα δευτερόλεπτα για να σε δω. Δεν ξέρω αν με
είδες, μα σε
είδα εγώ. Κι άπλωνες το χέρι σου κάτι να βρεις. Εμένα; Τον μπαμπά; Ό,τι; Δεν ξέρω.
Κι
ερχόμουν πάλι να σε δω. Και μέτραγα τις μέρες. Ώσπου γύρισες. Κι εγώ πίσω στο
ροζ δωμάτιο. Για να μουσκέψω πάλι το μαξιλάρι μου. Από χαρά αυτή την φορά. Με
κοίταξες. Δεν πονούσες πια. Σου χαμογέλασα. Άνοιξες την αγκαλιά σου να με κλείσεις
μέσα της. Σε έσφιγγα. Σαν να πασχίζαμε κι οι δυο να μου δείξεις τον δρόμο πίσω
στον κόσμο των μικρών. Για ώρες έμεινα εκεί. Στην αγκαλιά σου. Ποτέ δεν έφυγα
από κει κι ας μη μοιάζει έτσι τόσα χρόνια μετά.
Απότομο
το καλωσόρισμα στον κόσμο των μεγάλων.
2 σχόλια:
Ωχ μανούλα μου... μανούλα σου...
@lena_zip
δίχως ωχ Λενάκι. μόνο χαμόγελα πια
Δημοσίευση σχολίου